1

Δέκα χρόνια πέρασαν κι άλλο ένα μετά – Για την κατάληψη της Λυρικής

της Μ.Τ.

Φτου ξελευτεριά στη Λυρική. Την Παρασκευή 30/01/09 πάρθηκε το κτίριο της Λυρικής Σκηνής από τα χέρια των ιδιωτών και μετατράπηκε σε έναν ανοιχτό, αληθινά δημόσιο χώρο. Έναν χώρο χωρίς εισιτήριο, χωρίς ειδικότητες και δασκάλους, χωρίς σκηνοθέτες. Γιατί η τέχνη του καπιταλισμού κοιμάται. Δεν είναι σε εγρήγορση, δεν έρχεται σε ρήξη με τις δομές που την καταστρέφουν. Το κεφάλαιο, ο αποικιοκράτης της ζωής μας, έρχεται να επαναοικειοποιηθεί -κλέβοντάς τα- όλα τα νοήματα που δίνουμε στις πράξεις μας.

Δέκα χρόνια πέρασαν κι άλλο ένα μετά, και να ‘μαι δω να γράφω για τότε που μου φαίνεται σαν τώρα. Μου φαίνεται ότι σε λίγο θα με πάρει η μάνα μου – δεν τα μαθες; Η αστυνομία σκότωσε παιδί. Και μετά θα σηκωθώ απ’ όπου και θα τρέξω, να ενωθώ, να χωριστώ στα δύο, να χάσω το κινητό και την όποια ταυτότητα φέρω μέχρι τώρα, να γίνω κάποια που δεν ήξερα ότι είμαι και να το δω στα μάτια του διπλανού που μου το φωνάζει με όλο του το είναι, όταν πετάει αντικείμενα στον αέρα, ότι κι αυτός είναι άλλος πια. Ήμασταν όλοι άλλοι κι όλες αλλιώτικες και τίποτα πια δεν ήταν όπως πριν. Τίποτα δε σήμαινε το ίδιο και οι σημαίνοντες έγιναν ασήμαντοι και οι άσημοι ασημένιοι υψώθηκαν, ενώ όσοι παρέμειναν μόνο καλλιτέχνες κάγκελο έμειναν.

Έτσι ευτυχώς άδειασε λίγο ο χώρος για να μπορέσουμε να δούμε τη θέση μας, την κίνηση μας στο διάστημα –κόντευε μήνας μα κράτησε για πάντα ή έτσι τουλάχιστον νομίζαμε όταν αποφασίζαμε να καταλάβουμε δημόσιο κτήριο. Τι ξέραμε ‘μεις; Τι δουλειά είχαμε λέει με εξωκαλλιτεχνικούς κύκλους; Γιατί δεν κάναμε λέει μια παράσταση για το θάνατο του Γρηγορόπουλου; Έλα όμως που δε μας καθόριζε η δουλειά μας, έλα που δεν μας καθόριζε η τέχνη μας, έλα που γελάσαμε και θυμώσαμε και γράψαμε κείμενα για να μας βάλουμε εκεί που εμείς ορίζαμε. Κι είχαμε την τόλμη να ξεστομίσουμε μια τρελή φαντασία εν είδει μιας μαλακίας έτσι στην πλάκα – ρε γιατί δεν κλείνουμε τη Λυρική; Κι είχαμε την τύχη να (ξανα)συναντηθούμε –χορεύτριες, χορογράφοι, σκηνοθέτες, φυσικοί, μουσικοί, συνεργιάδες, ηθοποιοί, φωτογράφοι, άνεργες, ερασιτέχνες, τεχνίτες πολεμικοί, ποιητές και υπάλληλοι, όλοι και όλες– άνθρωποι μόνο, με όλες τις ιδιότητες του κόσμου στο τσεπάκι. Δίπλα στην προκήρυξη για την Κούνεβα. Γιατί να ξέρετε ότι και γι αυτό κατελήφθη η Λυρική. Για την Κούνεβα και τους συλληφθέντες, να κάνουμε πράγματα, να μαζέψουμε λεφτά. Όχι μόνο επειδή, εν μέσω τέτοιων κοινωνικών ρήξεων, ο οργανισμός της Λυρικής συνέχιζε ακάθεκτος με Ζιζέλ κι έτσι αποτελούσε ιδανικό στόχο για να συμβολοποιηθεί το αίτημα των ημερών.

Στα υπόλοιπα αυτοσχεδιάσαμε. Εννιά μέρες αυτοσχεδιάζαμε. Τι θα πούμε στο θυρωρό στις 8 το πρωί που πήγαμε; – Γεια σας, συγγνώμη ήρθαμε να κάνουμε κατάληψη. Έχετε την καλοσύνη να εγκαταλείψετε το κτήριο; – Άντε και μπήκαμε – δεν το πιστεύουμε-, τώρα τι κάνουμε; Συνέλευση. Πρόγραμμα επανοικειοποίησης της Ελεύθερης Λυρικής Σκηνής. Ή μήπως Ελεύθερης Λαϊκής Σκηνής; Θα δούμε. –Εγώ πάντως θα γράψω κείμενο – Εμείς πάμε για πανό, πώς ανεβαίνουμε ταράτσα; – Blog πρέπει να φτιάξουμε άμεσα – Έφερε ηχεία! Το Bolero στη διαπασών 8 το πρωί στην Ακαδημίας, πάρτι ενίσχυσης ρε παιδιά, – όχι, μαθήματα χορού επί λυρικής σκηνής – ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ. Κουκλοθέατρο, και τα παιδιά μας στο παιχνίδι. Είχαμε ραδιόφωνο.

Εξεγερμένα μπαλέτα στο δρόμο, ζωγραφική στο δρόμο, μουσική στο δρόμο, παιχνίδια στο δρόμο, οι δρόμοι μας ανήκουν –έστω η Ακαδημίας και λίγο η Χαριλάου κλεισμένη με βελούδινο μπορντό σκοινί με χρυσά κρόσσια.

Εξακόσια άτομα συνέλευση στην κεντρική σκηνή. Ειπώθηκαν τα πάντα. Πέρασαν οι πάντες. Να δουν τι γίνεται, να ξεκουραστούν από την αγωνία του Δεκέμβρη, να αφήσουν κάποιον άλλο να τρέξει αντί για αυτούς, να γκομενίσουν, να χορέψουν, να ψάξουν τα παιδιά τους, να μιλήσουν πολιτικά, για την τέχνη τους ή και όχι, να νιώσουν επικίνδυνα, να ενηλικιωθούν πολιτικά, να προτείνουν, να αναλάβουν, να τσαντιστούν και να αποχωρήσουν, να σκεφτούν μα γιατί δεν το ‘χαμε κάνει νωρίτερα ή μπορεί και να σκεφτούν τι δουλειά έχω ‘γω εδώ. Κάποιες μπορεί να σκέφτηκαν το «και μετά», κάποιοι την «κληρονομιά». Θέλαμε να έχει σημασία κι ας μην είχε μετά. Εννιά μέρες κι εννιά νύχτες αυτονομίας, ελευθερίας, δημιουργίας κι αυτοοργάνωσης στην πράξη, με το κομμάτι της τέχνης που εμείς αγαπάμε να μπαίνει σε πρώτο πλάνο.

Λυσσάξαμε, το ζήσαμε διονυσιακά, το είδαμε καταστασιακά, το συζητήσαμε ταξικά, το θέσαμε εργασιακά – ίσως και συντεχνιακά. Όμως το ζήσαμε, το χορέψαμε, το τραγουδήσαμε, το βγάλαμε από μέσα το κακό που μας είχε βρει και βάλαμε στη θέση του πολιτικά υποκείμενα – γιατί: Τι θα το κάναμε όλο αυτό που ζήστηκε το Δεκέμβρη; – Και το αφήσαμε παρακαταθήκη, όποιος θέλει να το χρησιμοποιήσει , να το επικαλεστεί, να το απορρίψει. Στη χειρότερη, να γίνει μια ανάμνηση για να κάνουμε τις καμπόσες στα παιδιά μας όταν κλαίμε κρυφά τα βράδια και τους έξυπνους σε άρθρα και στις παρέες όταν φτάσουμε μεγάλοι. Λίγο το ‘χεις;

Θα ξαναβρεθούμε όμως νωρίτερα… σας θέλω fit.