Brother and Sister: Αυτό είναι ένα τραγούδι προσφύγων

Ελιάνα Καναβέλη

Το τραγούδι Brother and Sister είναι ένα τραγούδι προσφύγων που γράφτηκε από πρόσφυγες και ντόπιους καλλιτέχνες και προσπαθεί να αποτυπώσει τη φωνή και την έννοια της προσφυγιάς. Πρόκειται για μια αυτοοργανωμένη και από τα κάτω προσπάθεια όπου καλλιτέχνες συνεργάστηκαν για να δημιουργηθεί αυτό το τραγούδι-δήλωση.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι δημιουργοί στο δελτίο τύπου:

«Το “Brother and Sister” είναι η επιλογή μας να βαδίσουμε από κοινού αυτή τη διαδρομή. Άνθρωποι από διαφορετικές αφετηρίες που μας ενώνει η αγάπη για τη μουσική και τη ζωή, βρεθήκαμε μαζί: Παιδιά και εγγόνια μεταναστών, πρόσφυγες και προσφύγισσες που ξεφύγαμε από τον πόλεμο μόνο για να βρεθούμε όμηροι στα ελληνικά camps, εγκλωβισμένοι στη Μόρια, ντόπιοι και ντόπιες. Αν ο πόλεμος και ο ξεριζωμός είναι οι επιλογές των ισχυρών, η αντίσταση, ο διεθνισμός και η αλληλεγγύη είναι οι δικές μας. Αντί να περιγράφουμε τις ζωές των “άλλων”, αντί να εξαντλούμε την ευαισθησία μας σε “ανθρωπιστικά” πυροτεχνήματα, συναντιόμαστε και τραγουδάμε για τη δικιά μας πραγματική και κοινή καθημερινότητα».

Ο Παυλέας, ένας από τους δημιουργούς του κομματιού αναφέρεται στο πώς ξεκίνησε και τι είναι αυτό που τους ώθησε στην υλοποίηση αυτής της συλλογικής, καλλιτεχνικής προσπάθειας:

«Έγραψα τις πρώτες νότες του Brother and Sister σε ένα όργανο που μας έδωσαν οι Άραβες, το ούτι. Που κάποτε έγινε η μαμά όλων των εγχόρδων της δυτικής μουσικής και αργότερα μας έδωσε όλον τον πλούτο της δυτικής κλασσικής μουσικής. Το έστειλα στο φίλο μου και σύντροφο μου το Μανώλη, τον Yinka που έχουμε ξανακάνει κομμάτια μαζί.

Ήθελα να κάνουμε ένα κομμάτι προσφυγικό, μαζί με τους πρόσφυγες και μετανάστες που δίνουν τον αγώνα τους μαζί μας. Όχι να καταθέσουμε την καλλιτεχνική μας ευαισθησία απέναντι στους συμπαθείς ξένους. Φτάνει αυτό. Ήθελα να κάνουμε ένα κομμάτι-καλλιτεχνικό ανάλογο του αγώνα μας και της αλληλεγγύης μας.

Ο ιμπεριαλισμός είναι ο εχθρός μου, η ταξική αλληλεγύη είναι η πρόταση μου για να τον παλέψουμε. Τα αδέρφια μου είναι ο Στάθης που είναι ντόπιος, ο Μανώλης παιδί μεταναστών, ο Πέτρος που είναι μετανάστης στον Καναδά, και οι Αιγύπτιοι που ψαρεύουν με τον πατέρα μου. Οι αδερφές μου είναι η Ρεχάμπ που είναι οικογένεια, η Άλαα από τη Συρία (που έχουνε μαζί με τον Ταλάλ τέσσερα αξιαγάπητα σκατούλια) και η Φατίμα από το Λίβανο».

Η έννοια της αλληλεγγύης, της συνύπαρξης ντόπιων και μεταναστών λαμβάνει μέσα από τέτοιου είδους διαδικασίες πραγματικό νόημα. Χαρακτηριστικά αναφέρεται στο δελτίο τύπου:

«Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι μόνοι. Από την Ειδομένη μέχρι το λιμάνι του Πειραιά, από τις ακτές της Λέσβου μέχρι τις προσφυγικές καταλήψεις της Αθήνας, ντόπιοι και ντόπιες, πρόσφυγες και προσφύγισσες ανοίγουν μαζί μια άλλη διαδρομή: τη διαδρομή του αγώνα, της συνύπαρξης, της αλληλεγγύης των λαών, κόντρα σε ξενοφοβία και ρατσιστικά μίση».

Ο Δημήτρης Μυστακίδης, δημιουργός που συμμετέχει και αυτός σε αυτή την καλλιτεχνική προσπάθεια σημειώνει εμφατικά:
«Συμμετείχα στο “Brother and Sister”, γιατί ο άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση (Andre Breton).

Γιατί κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να είναι λαθραίος.
Γιατί η αλληλεγγύη είναι το μόνο όπλο που έχουν οι λαοί.
Γιατί η τέχνη που υπηρετώ είναι η καλύτερη ενίσχυση για την φωνή της ψυχής μου.
Γιατί θέλω τα παιδιά μου να μεγαλώσουν σε ένα καλύτερο κόσμο».

Τέλος, ο Γιώργος Μπακάλης, ο σκηνοθέτης του βιντεοκλίπ, δηλώνει: «Στο βιντεοκλίπ προσπαθήσαμε να αποτυπώσουμε την συνύπαρξη όλων μας σε αυτόν τον τόπο. Οι μετανάστες, καθρέφτης της δικής μας, ρευστής ύπαρξης αυτή τη φορά είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Συνδημιουργήσαμε και αυτό είναι ο δρόμος μας».

Ζούμε μαζί, τραγουδάμε μαζί, αγωνιζόμαστε μαζί.

Η παρουσίαση του βιντεοκλίπ θα γίνει την Κυριακή 18 Μάρτη στο Πολιτιστικό Κέντρο Αφρικάνικης Τέχνης και Πολιτισμών
ANASA, ΣΦΑΚΤΗΡΙΑΣ 24 & ΠΛΑΤΑΙΩΝ Αθήνα

Παρεμβαίνουν:
– Δημήτρης Μυστακίδης (Συνθέτης, Ερμηνευτής, Καθηγητής ΤΕΙ Ηπείρου και Πανεπιστημίου Μακεδονίας)
– Λεωνίδας Οικονομάκης (Rapper των Social Waste, Διδάκτωρ Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών)
– Μιχάλης Afolayan (Dash), (Ηθοποιός, Μουσικός)
– Όλγα Λαφαζάνη (Χώρος Στέγασης Προσφύγων City Plaza)

Μουσική: Παυλέας (Παύλος Κατσιβέλης)
Στίχοι: Alaa Alahmad (ألاء الأحمد), Eshan, MC Yinka, Παυλέας, Ματούλα Ζαμάνη
Μουσική παραγωγή: Γιώργος Χανός
Σκηνοθεσία: Γιώργος Μπακάλης

Συμμετέχουν:
Alaa Alahmad (Συρία, Αθήνα): Στίχοι, Τραγούδι
Δημήτρης Μυστακίδης (Θεσσαλονίκη): Λαϊκή κιθάρα, Τραγούδι
Eshan (Αφγανιστάν, Μόρια Λέσβου): Στίχοι, Τραγούδι
MC Yinka (Νιγηρία, Αθήνα): Στίχοι, Τραγούδι
Παυλέας (Αθήνα): Στίχοι, Ούτι, Τραγούδι
Αντώνης Μυλωνάς (Λέσβος): Νέυ
Ηλίας Μάρκου (Λέσβος): Κρουστά


Φωτογραφίες κειμένου: Yiorgos Bakalis




Χρήστος Ζυγομαλάς: Η Μπαλάντα της Πλατείας

Tάκης Άκος

Mε αφορμή την έκδοση του βιβλίου «Η μπαλάντα της πλατείας» (εκδόσεις Comicon-shop) από τον Χρήστο Ζυγομαλά (ΧΖ) και την «επίσημη πρώτη» παρουσίασή του στον ΕΚΧ Nosotros, την Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2018, κάποιες σκέψεις στο παρόν, αντίλαλοι ενός όχι τόσο μακρινού παρελθόντος.

Η πλατεία (μια είναι) των Εξαρχείων. Όπως ήταν, κι όχι όπως την αντικρίζουμε τώρα. «Το κέντρο του κόσμου» για τους παλιούς, τα ύστερά του, για τη συντηρητικούρα…

Και οι εναπομείναντες, λίγοι, όπως ο ΧΖ, οι λοιποί χάθηκαν στον αμείλικτο χρόνο. Όχι, το βιβλίο δεν πρέπει να ειδωθεί νοσταλγικά. Ποτέ δεν υπήρξαν «Άγιοι» στα Εξάρχεια. Ρεμάλια με την τρέλα των Provos –σε βαλκανική εκδοχή– υπήρχαν και αλώνιζαν λάθρα βιών, άλλοι πιο πολιτικοποιημένοι, άλλοι άγριοι φρηκο-ηδονιστές και οι υπόλοιποι απλά «τουρίστες». Σε παραγωγή του συγγραφέα, μια “ταινία” που στα καρέ της ξετυλίγονται στιγμές ενός μικρόκοσμου που μέσα στην υπερβολή του, «θέλει να μπουκάρει στην ιστορία και να τα κάνει όλα λίμπα».

Η αξία του βιβλίου έγκειται στη προσπάθεια να διασώσει ένα σημαντικό κομμάτι μνήμης κόντρα στη λήθη. Να διασώσουμε ό,τι μπορούμε ακόμα, από τα Εξάρχεια του στυλ και του φολκλόρ και όσων δεν θα μπουν ποτέ στους εναλλακτικούς τουριστικούς οδηγούς της πόλης…

«Πέρασαν πολλά όμορφα παιδιά / που πολλά χάθηκαν στα σκοτάδια / ποιός τα θυμάται τώρα αυτά;»… Ο ΧΖ είναι ο πρώτος χρονικά περιπλανώμενος τροβαδούρος των Εξαρχείων από το 1976 και δυστυχώς ο μόνος επιζών από τη γενιά του… Ο Νικόλας Άσιμος κατεβαίνει από Θεσ/νικη αργότερα. Έτερος αλλά πιο αθέατος, ο Ικαριώτης αριστερός Περικλής Χαρβάς, κινείται στις παρυφές του χώρου. Υπήρχαν και άλλοι, όπως οι πρόσφατα εκλιπόντες Γιώργος Γαβαλάς, Άγγελος Σκορδίλης κ.α. Δεν συγκαταλέγονται εδώ όσοι έπαιζαν σε ροκ γκρουπ της εποχής. Μιλάμε για μοναδικούς ή μοναχικούς που πλασάρουν τις περσόνες τους κι όχι μέλη συγκροτημάτων.

Στο βιβλίο υπάρχει διάχυτη η καταγραφή του λεγόμενου «πανηγυριού» της πλατείας και των Εξαρχείων εν γένει. Όλα μοιάζουν να ξεκινούν από το «Χταπόδι» του Τέο Ρόμβου. Από αυτό το ορμητήριο ελευθεριακής νησίδας, έστω και βραχύβιας, ξεπήδησε ο ανθός του αθηναϊκού underground που «εξέθρεψε» στους κόλπους της όλα εκείνα τα ανήσυχα πλάσματα. Μαζί με άλλες εμβληματικές προσωπικότητες του «χώρου», κυρίως με σημαντικές εκδοτικές απόπειρες, έβαλαν τα θεμέλια της ανάπτυξης του εγχώριου αναρχικού κινήματος.

Ο ΧΖ παραθέτει πρόσωπα και πράγματα –συχνά με γλαφυρό τρόπο– πάντα όμως με σεβασμό στη μνήμη αλλά και στην αποκατάστασή τους, τώρα πλέον που η σκόνη έχει κατακαθίσει για τα καλά. Εδώ, φαίνονται ξεκάθαρα οι σκληρές αντιπαραθέσεις μεταξύ των «φυλών» όχι για την κατάκτηση της πλατείας και των πέριξ χώρων, αλλά για ένα “χαζό καβούκι” –  αυτά συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες. Άλλωστε, αυτή η γενιά έδωσε, λίγο μετά, τη σκυτάλη σε άλλους τρελούς και ευτυχισμένους, που τα έβαλαν με το θηρίο της κρατικής καταστολής με ό,τι συνεπαγόταν αυτό.

Ο ΧΖ ακροβατούσε πολλές φορές επικινδύνως ανάμεσα στην επίκληση της μούσας του και στους έμπρακτους αγωνιστές που έβαζαν το κεφάλι τους στον ντορβά και που εύλογα μισούσαν την για αυτούς περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Αλλά και μέσα στον πυρήνα του πανηγυριού γινόταν το «μάλε-βράσε». Τα αλληλοφαγώματα του ΧΖ με τον άσπονδο εταίρο Ν. Άσιμο από το ’77, στις μέρες της σύμπραξής τους στη θρυλική Exarchia Square Band. Αποκορύφωμα, το συμβάν ΚΡΩΚ, η απόλυτη σουρεάλ απεικόνιση/σύγκρουση –όλοι εναντίον όλων– με αφορμή μια συναυλία του ίδιου του ΧΖ (υπάρχει σαν ηχητικό ντοκουμέντο από τον ίδιο, καλό θα ήταν να αναρτηθεί ξανά). Αλλά και η μετέπειτα εμπλοκή του ΧΖ σε αχαρτογράφητα νερά των πρωτο-πανκ κύκλων, με κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα.

Όλα αυτά κάτω από το αμυδρό φως μιας πολιτείας που όλα τα ισοπεδώνει, τα αφομοιώνει, τα σκοτώνει. Εκεί που δεν μπορείς μια στιγμή για να τη βρεις, κι αν το καταφέρεις …σου στέλνουν το 100. Και άντε πάλι στην αναζήτηση κι οδύνη στην παγωμένη επιφάνεια που ζεις. Με κάτι τέτοια, παίρνεις τους δρόμους. Εντός και εκτός συνόρων. Αναζητώντας αγάπη και λύτρωση. Πολλοί δεν τα κατάφεραν. Χάθηκαν σε ουσίες και γκουρού. Στο βιβλίο καταγράφονται πρόσωπα, χώροι, τόποι που σύνδεσαν γεγονότα, με προσωπική μαρτυρία μια εποχής ασκιαγράφητης. Δεν υπάρχουν άλλα τέτοια πονήματα που να εστιάζουν στο επίκεντρο που είναι η πλατεία με τους ομόκεντρους της κύκλους. Αναφέρω πρόχειρα, του Τ. Ρόμβου «Δύο φεγγάρια στην πλατεία» ή τις ποιητικές συλλογές της Κατερίνας Γώγου και πολλών άλλων.

Κι αυτό είναι η αξία του βιβλίου αυτού. Κάποιοι μπορούν να δουν τον εαυτό τους μέσα από τις σελίδες του, άλλοι νεότεροι ίσως να πάρουν μια γεύση για το τι γινόταν τότε. Η αφήγηση του ΧΖ, όσο υποκειμενική και να είναι, αφήνει ένα θετικό πρόσημο. Οι προθέσεις του συγγραφέα είναι άδολες και αγνές. Όπως και τα τραγούδια του, που δεν έχουν βρει ακόμα τη θέση που τους αξίζει. Ανακαλύψτε τον, λοιπόν.

*Με πλάγια στο κείμενο, στιχάκια από τραγούδια του ΧΖ.




Οι Lost Bodies στην Εκπομπή Βαβυλωνία (audio)

Εκπομπή ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ.
Κάθε Παρασκευή 15:00-16:00 στο Ραδιόφωνο του The PressProject.

Οι Lost Bodies στη Βαβυλωνία

Στην εκπομπή της Βαβυλωνίας την Παρασκευή 16/2, φιλοξενήσαμε τον μουσικό Θάνο Κόη των Lost Bodies σε μια συζήτηση για το παρελθόν και το παρόν του συγκροτήματος, το χιούμορ στη μουσική, το εγχώριο underground, τα δημοτικά και τη Βραζιλία.

Οι συνθήκες που γέννησαν το συγκρότημα θρύλο του αθηναϊκού underground, η ρετροφιλία και τα 80s.

Όλα αυτά και πολλά περισσότερα σε μια συζήτηση που κατεδαφίζει δεδομένα και βεβαιότητες.
Στο μικρόφωνο: Στέφανος Μπατσής και Λίνα Θεοδώρου

Tracklist: Lost Bodies – Ο φθόνος των εχθρών του
The Modern Lovers – Astral Plane
Serge Gainsbourg & Brigitte Bardot – Bonnie and Clyde
Belle and Sebastian – Piazza, New York Catcher
The Feelies – Original Love




Ημερολόγιο Ζαπατίστας 2018: Η τέχνη της Αντίστασης

Ζαπατίστας – CompARTE, ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2018: “Η τέχνη της αντίστασης”.

CompArte: Ένα παιχνίδι με τις λέξεις compartir (μοιράζομαι) και arte (τέχνη).
CompArte por la Humanidad: Μια γιορτή τέχνης για την Ανθρωπότητα.
Η τέχνη μαζί… Στην τέχνη μαζί… Η τέχνη του μαζί…

Για τους ζαπατίστας η τέχνη γεννιέται στον αγώνα. Και ο αγώνας δεν αξίζει αν δεν μπορεί να γεννήσει ζωή, χαρά της ζωής και τη συλλογική έκφραση της χαράς αυτής, δηλαδή τέχνη. Να μάθουμε από τούτη τη φαινομενικά απλή έκφραση της χαράς του αγώνα, να μάθουμε πώς η συντροφικότητα γεννά δημιουργικότητα. Πώς οι ιστορίες της καταπίεσης, η δύσκολη καθημερινότητα στις κοινότητες, οι συλλογικές επιθυμίες και οι αξίες μια δίκαιης χειραφετημένης κοινωνίας, γίνονται εικόνες, λόγια, μουσική, χορός, θέατρο. Πώς η ζωή τροφοδοτεί τη φαντασία και η φαντασία τη ζωή. Γιατί το μέλλον γεννούν όχι μόνο οι συλλογικές ανάγκες και η αλληλεγγύη των αγώνων αλλά και τα όνειρα, φευγαλέα αλλά και πανίσχυρα όπως τούτες οι εικόνες που σχηματίζουν στο ημερολόγιο την αφήγηση ενός μέλλοντος και ενός παρόντος ταυτόχρονα.

Το φεστιβάλ τέχνης CompArte por la Humanidad γιορτάστηκε τον Ιούλη του 2016 και του 2017 στο Πανεπιστήμιο της Γης, στο Σαν Κριστόμπαλ δε λας Κάσας και στα 5 καρακόλ των Ζαπατίστας. Συμμετείχαν εκατοντάδες διεθνείς καλλιτέχνες και χιλιάδες καλλιτέχνες από τις ζαπατίστικες κοινότητες. Τα έργα που φιλοξενούνται σε αυτό το ημερολόγιο είναι πίνακες των συντρόφων και των συντροφισσών ζαπατίστας.

Μέρος των εσόδων του ημερολογίου θα διατεθεί για στήριξη του EZLN και μέρος τους (σύμφωνα με επιθυμία των συντρόφων Ζαπατίστας) για στήριξη αυτοοργανωμένων δομών αλληλεγγύης σε μετανάστες και πρόσφυγες στην Ελλάδα.

Το ημερολόγιο μπορείτε να το βρείτε στο ΣΥΝ.ΑΛΛΟΙΣ (Νηλέως 35, Θησείο), στο ΠΑΓΚΑΚΙ (Ολυμπίου 17, Κουκάκι), στην ΛΑΚΑΝΤΟΝΑ (Ηπίτου 4 – Σύνταγμα) καθώς και σε κεντρικά βιβλιοπωλεία και στέκια.

Επικοινωνία: info@pagkaki.orginfo@synallois.orginfo@lacandona.gr

Τηλ.: 210 3456681, 213 0009927




Ξεχαρβαλώθηκε η Ζωή: Η Γραφή, η Ανάγνωση και η Ελευθερία

Φιλήμονας Πατσάκης

Ο τίτλος μάς πηγαίνει πολύ πίσω, στον Σαίξπηρ και τις μεγάλες τραγωδίες του, αλλά μας δίνει το στίγμα των καιρών μας τόσο μα τόσο μεστά. Η λογοτεχνία συχνά υποτιμάται ως μια απλή στιγμή τέρψης, όμως πηγαίνει πολύ πέρα από αυτό. Ακολουθώντας συγκεκριμένα χνάρια στον λαβύρινθο των υπέροχων δημιουργιών της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μένουμε άφωνοι από την πυκνότητα των ερωτημάτων που τα έργα αυτά εκτόξευσαν προς τον εμβρόντητο άνθρωπο. Η έννοια της χρησιμότητας δεν μπόρεσε ποτέ να απαντήσει στην τραγικότητα της ύπαρξης. Μια τραγικότητα που θέτει υπό αμφισβήτηση τα θέσφατα με τα οποία οι εξουσίες μπολιάζουν και αδρανοποιούν τη ζωή. Το χάσμα της ασυμφωνίας αυτής η εξουσία το γέμιζε με φόβους, πολέμους, ταυτότητες, αποκλεισμούς, εμπέδωση ορισμών, χρήση σκοπών και στόχων – τίποτα δεν μπόρεσε να καλύψει την έλλειψη συνοχής. Τίποτα δεν απομένει πέρα από τον δισταγμό και τον φόβο.

Στα μεγάλα έργα έχεις την αίσθηση μιας έντονης μοναξιάς αλλά και μια εξαντλητική πορεία μιας νέας συγκρότησης. Ο άνθρωπος αναλογίζεται και οριοθετεί, αλλά ταυτόχρονα μετακινεί διαρκώς τα όρια. Καθώς τα όρια που καθόρισαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και η χρήση των δύο ατομικών βομβών όρισαν και τις διαστάσεις της εξουσιαστικής φρίκης και καθώς η απειλή όλων αυτών μας ξανακυκλώνει, γνωρίζουμε πλέον ότι δεν φτάνουν πια οι επικαλύψεις επιθυμιών που στηρίζονταν στις πλαστές οικονομικές ανάγκες για να απαντήσουν στο πώς να ζήσουμε και στα γιατί που μας αγχώνουν. Όλα δείχνουν να ξανατίθενται από την αρχή.

Στο υπέροχο βιβλίο του Mahi Binebine «Τα αστέρια του Σίντι Μούμεν», από την αρχή γνωρίζουμε ότι ο ήρωας είναι ήδη νεκρός. Διαβάζουμε λοιπόν: «Εξάλλου δεν τράβηξα μπροστά στη ζωή μου γιατί δεν υπήρχαν και πολλά να κάνω. Και θέλω να δηλώσω ευθύς εξ αρχής, δεν λυπάμαι που τελείωσα. Δεν έχω την παραμικρή νοσταλγία των δεκαοκτώ βασανισμένων χρόνων της δύσκολης ζωής που μου δόθηκε να ζήσω». Το Σίντι Μούμεν είναι ένα προάστιο της Καζαμπλάνκας. Για την ακρίβεια η χωματερή της, όπου ζουν οι απόκληροι. Αυτό που ο Μπάουμαν θα πει «Ανθρώπινα απόβλητα». Οι άνθρωποι χωρίς φωνή, ο φόνος χωρίς ένοχο. Η πρόοδος που έταξαν έχει θαφτεί κάτω από αυτό το «δεν έχω την παραμικρή νοσταλγία». Η λογοτεχνία ανιχνεύει τη ζωή σε αυτή τη ρωγμή, όπως έκανε στις στιγμές όπου τα καθεστώτα επέβαλλαν τη σιωπή της λογοκρισίας.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τη Ρωσία και την σχεδόν εξωπραγματική λογοτεχνία που βγήκε από εκεί. Οι τσάροι έπεσαν πάνω σε κάθε προϊόν ελεύθερης σκέψης με μίσος. Εκκαθαρίσεις στα πανεπιστήμια, στυγνή λογοκρισία, παντού μυστικοί πράκτορες, ρητή απαγόρευση κρίσεων και συζητήσεων στον τύπο και όπου αλλού πάνω σε ό,τι αφορούσε στο καθεστώς. Όμως έγινε φανερό ότι σταδιακά η λογοτεχνία στη Ρωσία αντικατέστησε τη φιμωμένη φωνή της κοινωνίας, άνοιξε το λαρύγγι της, αποκατέστησε τον διαλυμένο διάλογο των ιδεών, έδωσε πνοή σε οράματα και ελπίδες. Μόνο η λογοτεχνία με την ιδιόρρυθμη φύση της μπορούσε να στεγάσει τα αιτήματα της εποχής. Οι κοινωνικές ιδέες βρήκαν αμέσως θέση στα λογοτεχνικά κείμενα. Πίσω από τις μορφές που αναδείχθηκαν στη ρωσική λογοτεχνία, εύκολα ψηλαφεί κανείς τους δεσμούς με την κοινωνική συνείδηση της εποχής. Μια νέα στάση ζωής ενσαρκωνόταν μέσα από τις σελίδες της. Το ίδιο δεν συνέβη και στην Αμερική του Μακάρθι όπου άνθησε η επιστημονική φαντασία;

O άνθρωπος αναζητά και πάλι τη σκουριασμένη πανοπλία του Δον Κιχώτη. Από τη γραφή ζητάμε ένα νόημα απόλυτα παρόν, ένα νόημα που θα ανατέμνει τις μέχρι τώρα βεβαιότητες, ζητώντας τον τόπο που ακόμη δεν είναι εδώ. Η ποίηση μπορεί να κινηθεί ανάμεσα στην ανθρώπινη άγνοια που δημιουργεί καινούργια πράγματα, την αυτοσυνείδηση που μας οδηγεί να μεταμορφωνόμαστε σε όσα έχουμε κάνει, αναλογιζόμενοι τις δυνατότητες αυτών που μπορούμε ακόμη, και στην ανάγκη για την αυτεξούσια πορεία πέρα από τη διάχυτη απελπισία. Τα έργα δεν είναι ούτε ψυχές ούτε πράγματα ούτε ανανεώσιμα αρχέτυπα σε ένα γλωσσικό σύμπαν προς μελέτη. Είναι αμυντικές διεργασίες σε συνεχή μεταβολή. Αυτά υπάρχουν ως δυνατότητες μέσα σε μια προσπάθεια ελέγχου τόσο της γραφής όσο και της ανάγνωσης.

Ένα παιχνίδι παλλόμενων αντιθέσεων βρίσκεται στη βάση της εναλλασσόμενης παρόρμησης προς την ασφάλεια ή την εξέγερση. Σήμερα αισθανόμαστε να ασφυκτιούμε μέσα στη λογική των νόμων. Υπάρχει μέσα μας κάτι παθιασμένο, γενναιόψυχο και ελεύθερο, που υπερβαίνει τις παραστάσεις της λογικής. Χάρη σε αυτή την υπέρβαση είμαστε ανθρώπινοι. Αυτό γίνεται, στη σημερινή σήψη, αντικείμενο ποινικής αντιμετώπισης. Τι γίνεται τώρα που η ευτυχία εξαφανίζεται από τον πυρήνα της ανθρώπινης επιδίωξης; Οι ορισμοί και οι μύθοι πάνω στους οποίους στηρίχθηκε η σημερινή δομή καταρρέουν και η αυτεξουσιότητα προβάλλει ως μια στιγμή που θα κάνει την αλληλεγγύη κάτι πολύ πέρα από μια προσωπική στιγμή: θα την κάνει μέρος μιας συνολικής αλλαγής παραδείγματος.

Η τέχνη έχει από καιρό φύγει από τη σφαίρα του όποιου φορμαλισμού, σήμερα μπορεί να φτάσει μέχρι το σημείο να υποσκάψει και να υπονομεύσει τις συνήθειες και τις αυτοματοποιημένες αντιλήψεις. Θα το κάνει; Καθώς ο αυταρχισμός του μονολογισμού υποχωρεί, προτείνοντας μια βίαιη καταστολή, μένουμε κοιτώντας τις εμπειρίες της πολυφωνικότητας, τις πολλές φωνές που συνθέτουν το ανθρώπινο. Οι μονοφωνικοί περιορισμοί υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη μιας νέας ανακουφιστικής συλλογικότητας, το υποκείμενο αναγνωρίζει δειλά δειλά την ανάγκη για την επικύρωση της αλληλεγγύης, για μια πληθυντική επένδυση στο σώμα, για μια διαρκή υπέρβαση των κατατεθειμένων ορίων.

Άλλο ένα σημείο που πρέπει να τονίσουμε είναι η δυνατότητα της αφήγησης να υπερβαίνει τη λήθη, την επικύρωση της εξουσίας. Σε αυτή την ανάγκη εμπλέκονται αρχικά οι μαρτυρίες για το Άουσβιτς και η σιωπή γύρω από το Γκουαντάναμο. Τι παρήγαγε το Άουσβιτς; Στη βάση ποιας λογικής δομήθηκε ως δυνατότητα; Κάθε εξουσία φέρνει εντός της αυτή τη δυνατότητα. Η γραφή μπορεί να απομακρύνει την ύβρη της λήθης που λειτουργεί ως κατασταλτικός μηχανισμός και που εμφανίζει τέτοιες δομές ως λογικές. Καθώς παρακολουθούμε τα πτώματα που ξεβράζονται στις ακτές της Δύσης, αισθανόμαστε μια ροή συνέχειας των εποχών. Άνθρωποι οι οποίοι πολλές φορές δεν ταυτοποιούνται, των οποίων ο χώρος ταφής μένει άγνωστος, αυτοί οι άνθρωποι είναι αυτοί των οποίων η αφήγηση συντρίφθηκε, στων οποίων την υπόσταση έχει συντελεστεί μια σημαντική αλλοίωση Ξέρουμε αρκετά για να μπορούμε να πούμε ότι κάθε ολοκληρωτισμός θέλησε να δομήσει μια αξιολογική γλώσσα, μια γλώσσα του αποκλεισμού. Ο ορισμός του τι μπορεί να νοηθεί ως σωστό και λάθος, καλό και κακό, καλύπτει τότε το σύνολο της ζωής. Πολλά νοήματα αποκτούν στην ουσία μια ποινική διάσταση.

Η γραφή που μας ενδιαφέρει κινείται στους αντίποδες μιας τέτοιας λογικής. Διαλύει τη συνενοχή και ορίζει τις στιγμές που βγαίνουμε έξω από την αλλοτρίωση. Είναι στιγμές που η λογοτεχνία αποβλέπει στη διάρρηξη της ιεραρχίας μέσα στην επικράτεια των γεγονότων. Η λογοτεχνία μπορεί να γίνει η αξία χρήσης μιας κοινωνίας που θέλει να δει το έξω, αυτό υπάρχει στη φύση της ως δυνατότητα, όπως αντίστοιχα υπάρχει και η δυνατότητα να παίξει τον ρόλο της επικύρωσης του υπάρχοντος.

Στην ανθρωπότητα, το αίτημα για εξέγερση τίθεται εκ νέου ως αντίθεση στη διογκούμενη καταπίεση και τον αυξανόμενο δεσποτισμό. Η φαντασία αρχίζει πάλι να αναζητά την αυτοτελή ενέργεια και την ορμή, οσμίζεται την αναδυόμενη ανάγκη για αξιοπρέπεια και κινείται να τη συναντήσει σε νέα εδάφη. Σε αυτή τη διάλυση όλων των παραγωγών ταυτοτήτων, η λογοτεχνία βρίσκει και πάλι τον χώρο για να κινηθεί και να διηγηθεί. Είναι δύσκολο να γράφεις ξέροντας πως η ζωή σου ξεγλιστρά, την ώρα που ο χρόνος χάνει τη δύναμη για απόφαση, ξέροντας ότι με αυτό τον τρόπο τίποτα δεν μπορεί να αρχίσει. Είναι εξαιρετικά εύκολο να αποδυθείς στον αγώνα του εμπορεύματος, της συνήθειας, του κοινού και κατασκευασμένου γούστου· όμως, από μακριά έρχεται μια συνειδητοποίηση της γραφής ως μέρος μιας επώδυνης αυτογνωσίας, ως συστατικό στοιχείο του αναστοχασμού.

Το παρόν κείμενο δημοσιεύεται στο Περιοδικό Βαβυλωνία #Τεύχος 19




Learning From Athens: Με Αφορμή την Αθηναϊκή DOCUMENTA 14

Μπάμπης Βλάχος

1.

Μέχρι πριν λίγες δεκαετίες και σίγουρα ενάμιση περίπου αιώνα πριν, ένα έργο τέχνης, το «Κρυφό Σχολειό» του Γύζη ας πούμε, μπορούσε -με άλλες ταχύτητες- να ξεσηκώσει συζητήσεις επί παρεξηγήσεων, να πλαστογραφήσει την Ιστορία (που διδάσκεται στα σχολεία), ή ακόμη και να θέσει πέραν των αισθητικών, εθνικά κι εκκλησιαστικά ζητήματα!

Γεννιούνται πλέον σήμερα, μετά και την Γκερνίκα, τέτοιας εμβέλειας και «ισχύος» εικαστικά έργα; Όχι, βέβαια. Θα μπορούσε ίσως; Μάλλον όχι!… Κι όχι επειδή λείπουν οι καλλιτέχνες, μεγάλοι ή μικροί -δεν λέμε αυτό. Απλώς περάσαμε έκτοτε οριστικά, ως γνωστόν, για πρώτη φορά στον ρου της Ιστορίας σε καθεστώς δικτατορίας της Εικόνας. Μέσω των όχι και τόσο αθώων επιτευγμάτων της τεχνικής και της επιστήμης -στην αυτοκρατορία της τεχνο-Εικόνας (φωτογραφία, τηλεόραση, μίντια, διαδίκτυο) και στην καταναλωτική κουλτούρα του επ’ άπειρον αντίτυπου. Στους αντίποδες, όσο κι αν ακούγεται μακρινό και ξένο, της ελληνικής θέασης (θεωρίας) του κόσμου. Και βέβαια, στον υποχρεωτικό ξεπεσμό του σύγχρονου έργου τέχνης σε προϊόν. Οπότε τι να σου κάνει πλέον κι ο καλλιτέχνης, με το «μοντέλο» του ασφυκτικά περικυκλωμένο απ’ τα θηρία της διαφήμισης και των ΜΜΕ (αν δεν είναι κι ο ίδιος);

Και πάντως, το άλλοτε προστατευόμενο σε ναούς και σε παλάτια έργο, άλλαξε ασφαλιστή -αποκαθηλώθηκε. Χάνοντας την ιδιόκτητη, τη γήινη γωνιά του (ανάμεσα σε ιερείς κι εμπόρους, μεγαλογαιοκτήμονες και βασιλείς,  παρατρεχάμενους και υπηρέτες), εξαερώθηκε: μετατράπηκε κι αυτό σε Πληροφορία. Και παρότι μετά τον θαυματουργό 19ο αιώνα, στον 20ο κάποιοι σάλπισαν το τέλος του -απ’ τη στιγμή που δεν ενσωματώνεται στο βίωμα!, προπάντων δε στα σώματα τα ίδια-ιδίως του όχλου!, απ’ τη στιγμή που έγινε χρήσιμο ως «εκδημοκρατισμένο», απονευρώθηκε κι  απονεκρώθηκε: κυρίως δια του Μουσείου. Αλλά και του αντιτύπου. Τον βρήκε δηλαδή τον δρόμο του. (Με τις πρωτοφανείς ιστορικά ανασκαφές, από την άλλη, σίγουρα. Και μόνο του Σλήμαν φτάνουν.) Κι εξάλλου ανανεώθηκε -δεν λέμε-, με περφόρμανς, «εγκαταστάσεις» και βίντεο-προβολές. Έγινε σουπλά για τις junk foods. Ειδικά ο «μέσος» δυτικός προήχθη σε ντε και καλά   π ο λ ι τ ι σ τ ι κ ό   ο ν.  Κι ενώ ως παραγωγή για συλλογές εξακολουθεί εν τέλει να απασχολεί μια μικρή σχετικά παγκόσμια ελίτ του χρηματοοικονομικού συστήματος, που δεν έχει βέβαια καμία σχέση με την τέως αριστοκρατία, δεν έχει πλέον και πρόβλημα με την πληθώρα από εμπορεύσιμα σκουπίδια που το απαρτίζουν. Ίσως, γιατί και τα περισσότερα εμπορεύματα του πολιτισμού μας, όλοι λίγο-πολύ το γεύονται κι ας διατυμπανίζουν το αντίθετο, είναι σκουπίδια. Ή τουλάχιστον, όπως στη Documenta 14, μετριότητες και σχολικά επιτεύγματα, βλακώδη τις περισσότερες φορές.

Φταίει για αυτό μια έκθεση; (Και μάλιστα η «κορυφαία Σύγχρονης» που υπάρχει;)

2.

Ωστόσο, το μεταμοντέρνο έργο -όπως και όλα τα μετά/post- δεν δείχνει να έχει και καμιά σπουδαία σχέση με το «radical» ή το «ανατρεπτικό» (με την… αλήθεια γενικότερα έτσι κι αλλιώς) -υποχρεωτικό είναι; Όπως συνέβη τουλάχιστον, επί ματαίω, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Αν εξαιρέσεις την απαραίτητη προϋπόθεση της «πρωτοτυπίας». Δεύτερη φύση αυτού του προϊόντος. Που όμως, ακόμη και στα φαγώσιμα του σούπερ μάρκετ, κάτι τέτοιο δεν είναι το ζητούμενο; Κι ασ’ το ειδικά ετούτο (από κανέναν άλλο πολιτισμό δεν έχουμε μαρτυρίες ότι λατρεύανε τα έργα του ως σκουπίδια!), να ευαγγελίζεται ότι… αμφισβητεί περίπου όλα τα υπόλοιπα. Παρακάμπτοντας δήθεν, οποία πονηριά, την Αυτοκρατορία της βοϊδίσιας ματιάς,  το «τιποτένιο» του υλικό -το ναρκωμένο από την υπερβολική χρήση μάτι. Οπότε εν τέλει ως εργαλείο, γίνεται κι εργαλείο… ιδεολογικό! Καταδικασμένο να ανήκει, σε δήθεν εχθρικά στρατόπεδα και σε «μηνύματα», εξαρτημένο, στο πανέρι της εκάστοτε μόδας (ξεχασμένων από τον θεό φυλών, σεξουαλικών μειονοτήτων και προσφυγικών ροών -κάτι σαν τον τέως Σύριζα δηλαδή, ευτυχώς που η τέχνη δεν βάζει υποψηφιότητα). Στα πλαίσια όμως πάντα της ευπρεπούς και εργοδότριας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Τα λέμε αυτά, γιατί οι βασικοί Επιμελητές της D14 αυτό μας πουλάνε. Άσφαιρα μανιφέστα και πλατφόρμες «ριζοσπαστικής»/κινηματικής… «αλληλοεπίδρασης». Λες και αυτό θα έκανε ριζοσπαστική -σε σημείο ακτιβισμού μήπως;- την επιλεγμένη και προβαλλόμενη Άρτ.

Και ως γνωστόν οι Επιμελητές είναι πλέον οι βασικοί σταρ κι οι άρχοντες μιας έκθεσης.

Αυτοί, και το κράτος που τους πληρώνει. Γερή μπάζα.

3.

Στην πραγματική ζωή πάντως,  ό, τ ι  κι αν εμφανίζεται στο μάτι, σε χρόνο απειροελάχιστο εξαφανίζεται. Ή και ανανεώνει τη «σταθερή» πορεία του στον κόσμο του ανθρωπίνως ορατού σε βαθμό βαρετής βεβαιότητας. (Άλλη, πιο υψηλή ικανότητα, άλλα… καρέ, δεν έχουν ουκ ολίγα ζώα;) Κι αυτή η αμετάκλητη εξαφάνιση, το σκοτάδι πλέον παρά το φως, είναι που γεννά το εικαστικό έργο.

Ωστόσο, η πάγια ρουτίνα να συνυπάρχουμε τις περισσότερες ώρες της ημέρας με εικόνες  «νεκρές», μ η  α λ η θ ι ν έ ς  ως προς τον πραγματικό, τον ορατό χρόνο ζωής τους, παγωμένες έως κατασκευασμένες (στα κινητά, σε όλα τα μίντια, στις διαφημιστικές αφίσες και βιτρίνες), καθιστά «φυσιολογικό» το να νιώθουμε πια ολοένα και πιο περιορισμένα έως καθόλου (συν)αισθήματα, μπρος σε αληθινές εικόνες και νέες μορφές. Οπότε και μπρος σε έργα -είναι δεν είναι- τέχνης.

Ο ζωγράφος ή ο γλύπτης δηλαδή (που εν πολλοίς απουσιάζουν από τη D14) ξεκλέβει κατά πάσα πιθανότητα  α υ τ ό  που θα εξαφανιστεί για πάντα το επόμενο δευτερόλεπτο: το πραγματικό του πραγματικού. Έτσι επικοινωνεί με το «μοντέλο» του -όχι αντιγράφοντάς το. (Κι αυτή η ρωγμή, αν πετύχει, συμβαίνει σε πολύ λίγες ενέργειες στη ζωή, τις πιο πλούσιες: Ας πούμε, στον έρωτα ή στο ανώτερο έγκλημα). Αν δεν το κάνει, γεννά  τ ο  α ν ε π ι κ ο ι ν ώ ν η τ ο. Ένα επιπλέον, στον σωρό της αυτοκρατορίας-σκουπιδότοπο των Μέσων. Που, κυνικά κι ειρωνικά, ονομάζονται «Επικοινωνίας». Μεταδίδοντάς το ως ιό ή αναπηρία, δεν χάθηκε κι ο κόσμος, και στον προσεκτικό και στον καχύποπτο πελάτη, στον περαστικό. Σε ένα «κοριτσίστικο» συχνά έως αθεράπευτα σχολικό κοινό. Όπως τα περισσότερα έργα.

*

Πράγματι, ο δίχως πάτο κορεσμός κι η νάρκωση, μιας χωρίς γλυτωμό απ’ ό,τι φαίνεται ρουτίνας, έχει κάνει τη Συγκίνηση στην τέχνη περίπου άφαντη. (Αν και μπόλικη στον τεχνικό, τηλε-οπτικό ερεθισμό.) Δυσκολευόμαστε να ξεχωρίσουμε ακόμη και τα σκουπίδια μες στην πληθώρα τους, από κάτι σπάνιο που αντιμάχεται την αυτοκρατορία της Εικόνας. Γιατί κανόνας στη σύγχρονη τέχνη είναι το -ακόμη κι αυτό «σχολικό»!- σκουπίδι. Δηλώνεται πλέον δεν μασκαρεύεται. Έχει κατ’ επανάληψη προβληθεί αυτό καθεαυτό. Προήχθη σε κανόνα της αγοράς. Όπως εξάλλου κι η επαρχιώτικη κουλτούρα με το τσιφτεντέλι και τα πεθαμένα γαρίφαλα των περισσότερων αγοραστών: «συγκίνηση» να ‘ναι κι  Ό,τι  Να ‘ναι.

Αναρωτιέται κανείς με τι κριτήρια απέκλειαν οι σύμβουλοι του Μίνωα ή οι κυκλαδικές Κοινότητες τους κακούς ή άσχετους καλλιτέχνες (το λέει κι η λέξη) από τα «δημιουργήματά» τους, τις… συνθέσεις τους. Εκτός εάν, κατασκευάζοντας κανείς κακά εμπορεύματα εισοδιστής ων, κολλάει (μ’ αυτό τον τρόπο) στον τοίχο τον κόσμο του εμπορεύματος.

Ολόκληρο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, κι αντί οι επιμελητές να εγκαινιάσουν έναν όροφο με σύγχρονους έλληνες εικαστικούς (στέλνουν κάποιους στο Κάσελ, μάθαμε), ανταγωνίσιμους της φτηνής/θεματικής και καλά Documenta -είναι κι οι ασφαλιστικές στη μέση-, αναγκάζεται κανείς να θαυμάσει εν τέλει κυρίως το κτήριο του φοβερού Ζενέτου, σε σχέδια μισού αιώνα και βάλε -δεν είναι και λίγο… Και ευτυχώς που υπήρχε και το υπόγειο του Ωδείου Αθηνών, με τρεις-τέσσερις αξιόλογες περιπτώσεις.

Ναι αλλά, learning from Athens, είπαμε.

4.

Και η Αθήνα σίγουρα αποτελεί -τιμή της που την προτίμησαν- ασύγκριτο τουριστικά, κλιματικά και γιορταστικά οικοδεσπότη, Εύξεινον πόλιν (σε σχέση με τη Βόρεια Ευρώπη -κάτι σαν τις Κάννες και τα ουκ ολίγα μελαγχολικά φεστιβάλ κινηματογράφου, εφάμιλλη της Βενετίας), και ταυτόχρονα το υποδειγματικό κέντρο εφαρμογής των πρόσφατων Μνημονίων. Κατά την «πολιτικοποιημένη» D14.

Επιπλέον, αυτό το «ξέχασαν», και μία από τις τρεις πόλεις που γέννησαν τον σύγχρονο κόσμο (της κυρίαρχης Δύσεως εννοείται -οι άλλες δύο είναι η Ρώμη και τα Ιεροσόλυμα). Κι όπως δεν πας να στήσεις μια παράγκα προβάλλοντας την τέχνη σου δίπλα στο Λούβρο, έτσι και δεν αφήνεις το φοβερό Αρχαιολογικό της Μουσείο «αναξιοποίητο». (Ευτυχώς. Ένας, που βρήκε το… θάρρος να εκθέσει στον κήπο, πλάι στα γλυπτά του ναυαγίου των Αντικυθήρων από θαλασσοφαγωμένο παριανό μάρμαρο, συγκέντρωσε μπροστά στα μάτια μας τη χλεύη των ξένων επισκεπτών.) Κι ούτε βάζεις ένα άσχετο αν και παιχνιδιάρικο ηχητικό «δρώμενο», στο Βυζαντινό της μουσείο. Γιατί χωρίς τη Σύνοδο της Νικαίας του 787μ.Χ. (περί Εικονομαχίας -τότε που… Αθήνα δεν υπήρχε) πολύ πιθανό ούτε ο Μιχαήλ Άγγελος θα υπήρχε, ούτε ο Τζακ Νίκολσον, ούτε η Documenta. Τη στιγμή μάλιστα που οι βίαιες αντιπαραθέσεις στα παρακλάδια του γνωστού μονοθεϊσμού, τις δικές τους χώρες μάλλον καθόρισαν περισσότερο. Κι αναπόφευκτα τις ταλαιπωρούν ακόμη, με σύγχρονους αρνητές τούς εγχώριους τζιχαντιστές. Δεν το λέμε λοιπόν επειδή προσβάλλεται κάποιος απονεκρωμένος «δημόσιος» χώρος, στην τέχνη ευτυχώς όλα επιτρέπονται ακόμη και η μπούρδα, αλλά για την -καλοπληρωμένη εν προκειμένω- λήθη, κορωνίδα της ψηφιακής εποχής. Εξάλλου η μετα-μαρξική και «δημοκρατική» σκέψη λίγο βοηθάει σ’ αυτό. Γιατί εκτός του ότι περιορίζεται στον 20ό αιώνα, ανακυκλώνει τα ίδια και τα ίδια (ολοκαύτωμα, φασισμός, ανθρώπινα και σεξουαλικά δικαιώματα, προσφυγικό – ενώ η δεξιά στην ανάγκη αρκείται σε ένα, το κέρδος) χωρίς να τα φωτίζει -καημένε Νέγκρι- περισσότερο. Κυρίως, γιατί δεν έπαψε ποτέ να είναι κατ’ ουσίαν χριστιανοκίνητη.

Και πάντως, οι πολιτικοποιημένοι μας Επιμελητές θα όφειλαν να γνωρίζουν -learning from Athens, δεν λένε;- ότι ακόμη και «κινηματικά» ο ακτιβισμός εδώ δεν έχει και τόσο radical-ίζον πρόσωπο. Μάλλον έχει λιγότερες φρεναπάτες κι ούτε είναι τόσο δήθεν. Και ότι η τέχνη, όχι μόνο εδώ, δεν ξεγελά την «κρίση» – ούτε την ενοχή. Χρόνια τώρα. (Συνεχίζει όμως -ως εξαίρεση- να παραμερίζει κατασκευαστικά την εξουσία – και εν πολλοίς τα αξιώματα.) Αλλά και ότι επιπλέον, ο εκ των πραγμάτων αντι-κλασικισμός -για σύγχρονη τέχνη πρόκειται, για επένδυση-, μπορεί να μη θίγει αγοραστικά τον εργοδότη τους, που θεμελιώθηκε στον νεοκλασικισμό πριν εξελιχθεί σε επικίνδυνο και έθνος και κράτος, όμως εδώ, πλάι στο γνήσιο (!) κλασικό πάραυτα αυτο-ακυρώνεται (όπως στο Αρχαιολογικό ή το Βυζαντινό μουσείο), αυτο-γελοιοποιείται. Όπως ο Σταϊνμάγερ; Που αντί να μιλάει για βαρετά μνημόνια (ιδίως τώρα που έφτασε το τέλος τους!) ήρθε και καλά να εγκαινιάσει την επισφράγιση της «ανάπτυξης» – τη διακρατική συνεργασία, κεντρώα και δημοκρατική εννοείται, και στην τέχνη.

Και ευτυχώς, παρήγορο είναι ότι στην Ιστορία (κι αφού η μετα-τέχνη δεν παρηγορεί, φαίνεται), μετά τη Μήλο έρχονται οι Συρακούσες. Και όχι μόνο για τον τέως ντόπιο αλλά και για τον νυν Γερμανό.

Μόδα κι αυτή με τους προέδρους! Ο ένας, ο Αμερικανός, να θέλει και καλά να κλείσει τη θητεία του με τον Παρθενώνα (ποιας περιόδου; γιατί στις καρτ-ποστάλ δεν φαίνεται). Σίγουρος που η επικράτειά του απλώνεται παντού, και στον πολιτισμό και στην Ασφάλεια. Και στις γιγαντοαφίσες του δρόμου και στην ψηφιακή ολοκλήρωση, και στο Αιγαίο και στη Σούδα. Ο άλλος, ο Γερμανός, έχει αναλάβει το ταμείο. (Στη χειρότερη, θα αναπτυχθούμε όπως η Πορτογαλία.) Ακόμη και με μια έκθεση-σόου;

…Που πάντως, όταν ξεκίνησε, αφορούσε στη… δημοκρατική εμβάπτιση της τότε γερμανικής ψυχής : Στον μεταπολεμικό, σε έναν  Ο ι κ ο ν ο μ ι κ ό   Ο λ ο κ λ η ρ ω τ ι σ μ ό. Αντί για τα φρικαλέα της εγκλήματα που προηγήθηκαν… Και απεδείχθη η ανώτερη «μαθήτρια» της Άπω Δύσεως.

5.

Learning from Athens, όμως, είπαμε.

Καταθλιπτικός λοιπόν, κατά μία έννοια, είναι αυτός που όχι απλώς δεν πιστεύει στις δικές του δυνάμεις, αλλά του λείπει κι η δύναμη, η ώθηση να προστρέξει στον διπλανό του – να αντιδράσουν από κοινού. Αυτό δηλαδή που συμβαίνει εδώ και πολύ καιρό στον πολίτη αυτής της χώρας. Τον  ιδρυματοποιημένο. Όχι μόνο λόγω της κυβέρνησής του, αλλά και λόγω της περίπου hikikamori συμπεριφοράς του. Οι άνεργοι πλέον, ως γνωστόν, πουθενά στον κόσμο δεν είναι και τόσο άνεργοι. Όχι μόνο στην Ελλάδα των μνημονίων, αλλά παντού. Δραστηριοποιούνται στους «παράλληλους κόσμους» των δικτύων, στην «επαυξημένη» πραγματικότητα, στην σε όλους τους χώρους παρουσία-απουσία. Μέχρι να κλειστεί κανείς στο κουκούλι της Απουσίας.

*

Περπατώντας άλλωστε από του Φιλοπάππου στο ΕΜΣΤ και από κει στο Ωδείο ίσως και μέχρι την πλ. Βικτωρίας, όπως καταλαβαίνετε, δεν αλλάζει και τίποτε… Αλλά, όπως οι διαφημιστικές ομορφιές και οι ιδέες τους, οι λογότυποι τα μηνύματα και τα σποτάκια, συναγωνίζονται πολλές φορές σε τετραγωνικά μέτρα τον ωφέλιμο αέρα που αναπνέουμε∙ όπως και στην αρχαία Ρώμη, παρέα με τους ντόπιους συγκατοικούσε ένας αταίριαστα γιγάντιος αριθμός αγαλμάτων (και μάλιστα αντίγραφα)∙ κι όπως -μετά τη νίκη των βυζαντινών εικόνων και της παποσύνης- οι αγιογραφίες ξεπέρασαν πολλές φορές σε νούμερο τους κατοίκους ενός μικρού τόπου, κι ενός νησιού ακόμη, κατά αυτόν τον τρόπο, εκτός από την πρόχειρη πραγματικότητα που αντιμετωπίζουμε, εκτός κι απ’ την αλήθεια που μας περιμένει με το ρόπαλο στη γωνία, υπάρχει κι ο «παράλληλος κόσμος», κυρίαρχος, όχι απλώς της φαντασίας αλλά των φαντασμάτων. Δήθεν απών.

Κι ενώ ο πλέον κοσμοπολίτης μέχρι την πρόσφατη «παγκοσμιοποίηση»  πολιτισμός, ο ελληνιστικός, άπλωσε το αντίγραφο της ελληνικής τέχνης στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου, και η Κοινή έγινε η παγκόσμια γλώσσα τουλάχιστον των ελίτ (ο Ιουλιανός, παρά τον ήδη θεσμισμένο χριστιανισμό, υπερηφανευόταν πως ήταν…  Έλλην τοις επιτηδεύμασι – σήμερα τι θα δήλωνε; ούτε καν Αμερικανός), και όμως, ούτε τα θέατρα στις καινούριες πόλεις άλλαξαν το πολίτευμα, όπως συνέβη με τη θεατροκρατία στην κλασική Αθήνα,  ούτε τα αγάλματα-αντίγραφα το ζήτημα της ελευθερίας ή του ειδώλου. Φάνηκε έτσι, και τότε, για άλλη μια φορά, ότι «Πρόοδος» -το placebo των εποχών μας- δεν υπάρχει. Ότι κάθε πολιτισμός παράγει βέβαια και προάγει τις μηχανές και τις τεχνικές που του αξίζουν.

Άλλωστε, μετά την τραγικότητα του Πελοποννησιακού πολέμου, εξαφανίστηκαν σιγά-σιγά απ’ τον χάρτη οι Τραγωδίες.

*

Από την άλλη, η τέχνη παραδοσιακώς συχνά προκαλούσε την ομορφιά. Σίγουρα και τη σκοτεινή, όχι κατ’ ανάγκη νεανική, ή και μηδενίζουσα πλευρά της. Φαίνεται, γι’ αυτό κάτι απλώσανε σε τόσα σημεία της Αθήνας… Για να γυρνάνε σα χαζά τα (ενήλικα) «σχολιαρόπαιδα» και οι τουρίστες τρίτης ηλικίας και να μη βρίσκουν τίποτε. Το Κάσελ τουλάχιστον, αποτελεί ένα θεματικό πάρκο όπως τόσα άλλα.

Και το σίγουρο είναι ότι κανείς δεν δείχνει πια να περιμένει ότι η τέχνη θα… προβιβαστεί εκ νέου. Κάποια στιγμή εκτρεπόμενη, ακόμη και σε πολίτευμα! (Που, ως γνωστόν, προσώρας πάσχει από βαριά εξάρτηση.)

Ναι, αλλά και δεν θα πάψει ποτέ να εκφράζει την ανάγκη, τον κόσμο της Ανάγκης – παρά της Επιθυμίας. Να αναδείχνει την πραγματικότητα ως πραγματική. Γιατί, μέχρι και σήμερα, άλλο είναι ένα πορτρέτο Φαγιούμ που σε συνοδεύει μετά θάνατον, κι άλλο η φωτογραφία διαβατηρίου που σε ελέγχει εν ζωή.

Αθήνα,  Μάιος 2017




Συλλογή Ποιημάτων: Αθόρυβες Εκρήξεις

Δανάη Κασίμη

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

Ψάχνω με αγωνία σε τούτη τη μαύρη τρύπα
τα ίχνη αναμνήσεων που καταναλώθηκαν
υποψίες ζωής βιωμένης
όχι είδωλα ενοχής, συντρίμμια κάθε εποχής

Βουτιά στο πηγάδι θα κάνω και ας χαθώ
στου κενού τη ζάλη θα ψάξω να σε βρω
χαμένα λόγια, σημάδια της ψυχής
που ακόμα κι αν σκιάζουν στολίζουν τη ζωή

Φωτιές απελπισίας ίσως και ν’ αντικρίσω
για έρωτες και αγάπες που αφέθηκαν εδώ
μα η αλήθεια τους είναι τέτοια που θα ζουν για πάντα
στις μνήμες ερειπίων. Κρίμα

Θα κλείσει ποτέ το πηγάδι, ποιός ξέρει;
ίσως αν η ζωή μας άξια βιωθεί
και οι νεράιδες λάμψουν βαθιά μες στο σκοτάδι
που φτιάχτηκε στα μέτρα ολίγων εκλεκτών

Ο ΙΛΙΓΓΟΣ

Αισθάνομαι τον αέρα να παρασέρνει τα φύλλα
του κορμιού μου
Ζητώ να αφουγκραστώ ανάμεσα στις αμυχές του
νου μου,
το θρόισμά τους, το ανεπαίσθητο
ανατριχίλα φέρνει.. και διψάω γι’ αυτή

Ο γδούπος της καρδιάς, που μου δείχνει ο καθρέφτης
μου προκαλεί τρόμο.
Θέλω να τον αφήσω μέχρι να γκρεμιστούν οι πύλες
του φαινόμενου εαυτού μου,
γοητεύομαι από τη μελωδία του γδούπου
που σταματάει… όταν ξυπνώ

Η ψυχική σύσπαση λένε, οδηγεί στην τρέλα
Μην ξυπνήσεις…. ο αέρας… άκου
Τα φύλλα, χορεύουν στον ρυθμό του
ελευθερία, γαλήνη, ο εαυτός…

Μην ξυπνήσεις… μα θα το κάνεις
Μόνο θυμήσου… η μελωδία του
δεν κάνει θόρυβο…
οι λαμαρίνες κάνουν, όχι ο χρυσός..

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ

Η δύναμη κλοτσάει πίσω από τα μάτια και το στήθος μου
Ακαθόριστη και μάλλον δειλή, σίγουρα υπαρκτή
Οκνηρή και άσπιλη όπως όλες παλεύει με σκιές του ασυνείδητου
Ίσως και του υπερεγώ, βλέπει τη ματαιότητα
σα μάγισσα πέτρινη που την αποτρέπει..

Δεν έχω βρει τη γλώσσα για να της μιλήσω
κατηγορώ το πρίσμα που έχω για θεό.
Τα χρώματα κι εκείνος μόνο εγγίζουν την πηγή
με μια ματιά που εκπυρσοκροτεί πίσω από τη στιβάδα του προσώπου
και εισχωρεί για μια μόνο στιγμή στις ορχιδέες του εγκεφάλου

Μη φύγεις… κοίτα! Εσύ βλέπεις.. δεν μπορώ
Τα μάτια σου κοχλάζουν. Μου δείχνουν προσωρινά
την άβυσσο. Η δύναμη….. βγαίνει…
Μη φύγεις! Κοίτα με

Η ΔΙΟΔΟΣ

Κάθε βράδυ ξημερώνει,
αποκτούν φωνή οι σκέψεις της
καταπιεσμένες επιθυμίες και πάθη
διαδραματίζονται μπροστά της
εκρήγνυνται στα μονοπάτια του εγκεφάλου της
σκοτώνοντας τους φύλακες των καθηκόντων
που λυμαίνονται τις αισθήσεις

Όταν βγαίνει ο ήλιος μουδιάζει ολόκληρη
προσπαθεί να ανασάνει βυθισμένη στα έγκατα
οργανωμένου εγκλήματος, που φωτίζεται τη μέρα
ζαλισμένη παραπατά, αναζητώντας κάτι
που θα της δώσει πνοή δημιουργίας

Θέλει να τσακίσει εχθρούς που κλαίνε
υποφέρουν εγκλωβισμένοι και απελπισμένοι.
Κάποιοι ξυπνούν σαν εκείνη τα βράδια
και δακρύζουν αντικρίζοντας έναν εαυτό,
δυνατό και ζωντανό… πού πήγε; Χάθηκε…
θα περιμένει να φτάσει πάλι η νύχτα

Θα σχίσει το δέρμα της γελώντας
και θα λυγίσουν οι περήφανοι και καλοκουρδισμένοι
ικετεύοντάς τη να γυρίσει πίσω… μη φύγει και χαθεί
σε μια επικίνδυνη περιθωριακή ζώνη, άγνωστη βέβαια..
μα εκείνη δε θα ακούει πια, η μελωδία θα σβήσει
τις φωνές και θα οδηγήσει τους τιτάνες στο φως..

ΥΠΝΟΒΑΤΕΣ

Τα φώτα της πόλης φιμώνουν τις κραυγές,
θυμίζουν φύλακες οχυρωμένων πυλών
κουκουλώνουν τις πληγές αγέρωχων αετών
που έπεσαν ηττημένοι και ψάχνουν μια νέα πηγή

Υπνοβάτες ισχυροί ορθώνονται στο σκοτάδι
πιάνονται χέρι χέρι χωρίς καμιά ενοχή
σβήνουν τα φώτα τα νεκρά
που βυθίζουν στο σκοτάδι πνιγμένες φράσεις
εξαϋλωμένες από τον φόβο

Οι ιαχές πολέμου καλύπτονται από τις λάμψεις
κινούμενων ειδώλων, που αργοσβήνουν
στα ατελείωτα μονοπάτια αστραφτερού λαβυρίνθου
φτιαγμένου από πίστες δελεαστικές

Υπνοβάτες ισχυροί ορθώνονται στο σκοτάδι
πιάνονται χέρι χέρι χωρίς καμιά ενοχή
σβήνουν τα φώτα τα νεκρά
που βυθίζουν στο σκοτάδι πνιγμένες φράσεις
εξαϋλωμένες από τον φόβο

Φωτογραφία: Ελιάνα Καναβέλη




Διήγημα: Το Χαμόγελο που Σκοτώνει

Διήγημα του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη “Το χαμόγελο που σκοτώνει”.

Ο κύριος Σταχτής μπήκε στην τράπεζα λίγο πριν τις εννιά, προσπέρασε με ταχύ βήμα τις ουρές μπροστά στα ταμεία και κατευθύνθηκε, ανακουφισμένος που δεν τον αφορούσε όλος αυτός ο συνωστισμός, προς το βάθος της αίθουσας όπου βρισκόταν το τμήμα δανείων. Καθώς μισούσε τις τυχαίες συναναστροφές με αγνώστους και τις ανούσιες συζητήσεις που δεν οδηγούν πουθενά, φρόντιζε όποτε πατούσε το πόδι του σε δημόσιους χώρους να παριστάνει τον αυστηρό και απόμακρο. Αυτό το ύφος είχε και σήμερα.

Η τύχη όμως ήταν με το μέρος του. Ανάμεσα στους λιγοστούς πελάτες σ’ εκείνο το τμήμα, διέκρινε μια γνώριμη φυσιογνωμία. Επρόκειτο για έναν ξερακιανό άντρα καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερο του, τον μόνο με τον οποίο αισθανόταν κάπως οικεία εκεί μέσα.

Ασυνήθιστα ψηλός, ευθυτενής και λιπόσαρκος για κάποιον της δικής του γενιάς, ξεχώριζε αμέσως από τους υπόλοιπους συνταξιούχους που συνήθως γέμιζαν τέτοια ώρα την τράπεζα και το κυριότερο, δεν ήταν από εκείνους τους γέρους που αφορμή ψάχνουν να σου πιάσουν την κουβέντα και πριν το καταλάβεις αρχίζουν να μιλάνε ασταμάτητα για τα εγγονάκια τους, για το τι φάρμακα παίρνουν ή για το πόσο ακρίβυναν τα είδη πρώτης ανάγκης. Απ’ την πρώτη στιγμή τον ξεχώρισε. Διακριτικός, σχεδόν αθόρυβος, μόλις έβρισκε ελεύθερο κάθισμα, τοποθετούσε στα οστέινα γόνατα του έναν χαρτοφύλακα, έβγαζε το σταυρόλεξό του, ξετρύπωνε έναν παλιομοδίτικο μεταλλικό parker και δεν σήκωνε το κεφάλι παρά μόνο για να ελέγξει αν πλησιάζει η σειρά του. Έπειτα έμοιαζε καλλιεργημένος· αν και δεν του το είχε πει ποτέ, μια φορά τον αναγνώρισε ανάμεσα στους πελάτες που ψώνιζαν στο τμήμα της Κλασσικής μουσικής ενός πολυκαταστήματος στο κέντρο.

Με τον καιρό, όπως συνήθως γίνεται με όσους βλέπονται τακτικά, οι δυο τους έπαψαν να κρύβουν πως αναγνωρίζονται, κατόπιν άρχισαν να ανταλλάσουν –συγκρατημένα πάντα– σύντομους χαιρετισμούς, έπειτα τηλεγραφικές κουβέντες που ωστόσο καθόλου δεν αναιρούσαν το δικαίωμα τους να επιστρέψουν ανά πάσα στιγμή στην σιωπή και τέλος, όταν πλέον εδραιώθηκε ανάμεσα τους ένα είδος εμπιστοσύνης, άρχισαν να συζητούν πραγματικά. Παρ’ όλα αυτά, οι μεταξύ τους αποστάσεις ποτέ δεν έπαψαν.

Έτσι, αν και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια είχαν ειδωθεί εκατοντάδες φορές, γνώριζαν ο ένας για τον άλλο τα απολύτως απαραίτητα· ακριβώς όσα χρειάζονται δηλαδή δύο απλοί γνωστοί που είναι υποχρεωμένοι να συνυπάρχουν τακτικά στον ίδιο άχαρο χώρο και αισθάνονται κάπου-κάπου την ανάγκη να υπενθυμίσουν στον εαυτό τους, μέσω της ανταλλαγής ενός σχολίου ή μιας σκέψης με κάποιον οικείο, πως όπου να ‘ναι θα επιστρέψουν στις κανονικές τους ζωές.

Παρά τις αποστάσεις που με τόσο ζήλο διατηρούσαν ο ένας από τον άλλο, ο κύριος Σταχτής δεν το έκρυβε πως τον εκτιμούσε εκείνον τον άντρα και μάλιστα δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που μετά από κάποια συνάντησή τους, τον ανέφερε στο μεσημεριανό φαγητό ως παράδειγμα αξιοπρέπειας. Γι’ αυτό και εκείνη την μέρα, όταν είδε πως υπήρχε κενό κάθισμα δίπλα του, έσπευσε να το καταλάβει πριν τον προλάβει άλλος.

Εκείνος έδειξε όπως πάντα να χαίρεται που τον έβλεπε, γρήγορα όμως αποδείχθηκε πιο λιγόλογος και βαρύς απ’ ότι συνήθως, σαν κάτι να τον βασάνιζε.

Ο κύριος Σταχτής φοβήθηκε πως κάποιο κακό συνέβη στη γυναίκα του, γιατί ήξερε εδώ και μήνες από κάτι μισόλογα που τον άκουσε να λέει στο τηλέφωνο πως ήταν άρρωστη. Ως εκ τούτου δεν τόλμησε να σχολιάσει τη διάθεσή του.

«Πρόσφατα περάσαμε μια περιπέτεια υγείας, ξέρετε» ξεκίνησε να λέει ο άντρας λες και διάβαζε τη σκέψη του· «ευτυχώς μετά από δύο πολύ σοβαρές επεμβάσεις τα πράγματα είναι καλύτερα τώρα, μα οι οικονομίες μας όλες χάθηκαν. Αν δεν γίνει κάποια νέα ρύθμιση για το δάνειο το σπίτι μας κινδυνεύει. Είναι η τρίτη φορά που έρχομαι για το ίδιο ζήτημα»

Πιστός στην άτυπη συμφωνία τους για διακριτικότητα, ο κύριος Σταχτής ούτε που διανοήθηκε να σχολιάσει όσα είχε μόλις ακούσει ή να ζητήσει περισσότερες λεπτομέρειες. Ψέλλισε μονάχα ένα δειλό «περαστικά σας» και παραδόθηκε ηθελημένα στην διάθεση του άλλου.

«Δεν είναι πως δεν θέλουμε να πληρώσουμε, απλά δεν μπορούμε πλέον. Αυτή είναι η αλήθεια» πρόσθεσε ανησυχητικά εκείνος.

«Εύχομαι να πάνε όλα καλά» επέμεινε στον ίδιο ουδέτερο τόνο ο κύριος Σταχτής.

«Καλοσύνη σας» ανταπάντησε ο άντρας και σηκώθηκε γιατί είχε έρθει η σειρά του.

Προσπαθώντας να ξοδέψει τον χρόνο του, και υπό το φόβο πως ο τύπος που μόλις είχε καθίσει δίπλα του είχε όρεξη για κουβεντολόι, ο κύριος Σταχτής, βάλθηκε να σκαλίζει τον φάκελο με τα έγραφα που κουβαλούσε μαζί του, το γεγονός ωστόσο πως θυμόταν καθαρά με τι σπουδή τα είχε τοποθετήσει πριν φύγει από το σπίτι, τον εμπόδισε να συνεχίσει το ψαχούλεμα. Για να παραμείνει απροσπέλαστος, έστρεψε την προσοχή του στον γνωστό του.

Σκέφτηκε ξανά τα λιγοστά που αντάλλαξαν προηγουμένως και κατέληξε πως δεν ήταν πια ο ίδιος άνθρωπος. Όσα κενά και αν είχε για τη ζωή του, δεν αμφέβαλε πως είχε γνωρίσει καλύτερες μέρες· όλα πάνω του αυτό μαρτυρούσαν. Μα φαίνεται πως από τότε που αναγκάστηκε να φύγει από τη δουλειά του τίποτα δεν του πήγαινε καλά. Δούλευε για χρόνια αρχικαμαρότος σε σκάφη αναψυχής, εξαιτίας όμως μιας δερματικής πάθησης που αποχρωμάτιζε την επιδερμίδα του, βρέθηκε στα αζήτητα.

«Οι άνθρωποι που ξοδεύουν τόσα λεφτά για διακοπές, δεν θέλουν παρτίδες μ’ αυτού του είδους την πραγματικότητα. Για να λέμε του στραβού το δίκιο, κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να ανέχεται κάτι τέτοιο» του είχε πει στωικά, δείχνοντας τα λευκά μπαλώματα στα χέρια του. Έκτοτε, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά του, εργαζόταν περιστασιακά σε κάποιες εταιρίες catering, με πολύ λιγότερα λεφτά εννοείται. «Ώσπου να συμπληρώσω τα ένσημα για τη σύνταξη»· έτσι δικαιολογούσε την κατάπτωσή του κάθε φορά που αναφερόταν στο ζήτημα.

Μα φαίνεται πως οι δυνάμεις του είχαν αρχίσει να τον εγκαταλείπουν. Πρώτη φορά τον έβλεπε να κάθεται έτσι διπλωμένος στην άκρη της καρέκλας, να κρέμεται κυριολεκτικά απ’ το στόμα του συνομιλητή του. Ύστερα όμως κάτι άλλαξε. Άρχισε να φωνάζει· ποτέ άλλοτε δεν τον είχε ακούσει να φωνάζει. Και δεν φώναζε απλώς, ούρλιαζε. Από ένα σημείο και μετά τις κραυγές του συνόδευαν επιθετικές χειρονομίες· ούτε γι’ αυτές τον είχε ικανό.

Τώρα πια όλοι σχεδόν κοιτούσαν προς το τμήμα των δανείων και καρτών.

Ο κύριος Σταχτής πρόλαβε να αναρωτηθεί αν έπρεπε να του ξαναμιλήσει, όταν τον είδε να ορθώνεται απειλητικά και με μια αστραπιαία κίνηση που ουδόλως ταίριαζε στα χρόνια και το παρουσιαστικό του, να αρπάζει την επίπεδη οθόνη του υπολογιστή και να χτυπάει με μανία τον υπάλληλο. Το φρένιασμα του ήταν τέτοιο που δεν σταμάτησε ούτε όταν ο άλλος γκρεμίστηκε από την καρέκλα του. Αντίθετα, πέρασε με δυο δρασκελιές πίσω από το γραφείο, στάθηκε πάνω από το θύμα του και μονολογώντας άγρια κάτι ακατάληπτο, συνέχισε να τον χτυπάει με κάθε τρόπο.

Ο κύριος Σταχτής σκέφτηκε πως θα τον σκότωνε. Μόνο τότε κατάφερε να ξεπεράσει την κατάπληξή του και αποφάσισε να παρέμβει. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε να προσπαθήσει πολύ για να τον απομακρύνει από το θύμα του. Ο πρώην αρχικαμαρότος με το που διασταυρώθηκαν οι ματιές τους ξαναβρήκε αμέσως τα λογικά του.

«Τον είδατε που με κορόιδευε μέσα στα μούτρα μου;» είπε και στο βλέμμα του δεν υπήρχε ίχνος εχθρότητας ή παραφροσύνης παρά μόνο παράπονο και απόγνωση. «Τον είδατε που μου χαμογελούσε ενώ μου ανακοίνωνε πως θα μου πάρουν το σπίτι;» ξαναείπε λαχανιασμένα και αφού έκανε δυο-τρία αβέβαια βήματα κατέρρευσε στην κοντινότερη πολυθρόνα. Ύστερα κατέφτασε ο ένστολος της φύλαξης που έπεσε πάνω του, τον έριξε με μια λαβή στο πάτωμα, ακριβώς δίπλα στον αναίσθητο υπάλληλο και πατώντας τον με το γόνατο στην πλάτη, του έδεσε τους καρπούς με ένα πλαστικό κορδόνι.

Ο κύριος Σταχτής δεν τόλμησε να διαμαρτυρηθεί για την βιαιότητα της σύλληψης γιατί είχε ήδη δει σε τι κατάσταση ήταν ο υπεύθυνος των δανείων. Εκεί όπου μέχρι πριν λίγο βρισκόταν η μύτη, υπήρχε μόνο ένα φρικτό κατακόκκινο εξόγκωμα που αιμορραγούσε ασταμάτητα και όσο για τα μάτια, τα ζυγωματικά και το μέτωπο, η ζημιά ήταν τόσο μεγάλη που με δυσκολία θύμιζε πια άνθρωπο. Δοκίμασε να γονατίσει και να βοηθήσει τον άνθρωπο, εμφανίστηκε όμως ο διευθυντής του υποκαταστήματος μαζί με μερικούς ταμίες και αναγκάστηκε να υποχωρήσει.

Από κάποια απόσταση πλέον, γύρισε και κοίταξε προσεκτικότερα τους δύο πρωταγωνιστές του επεισοδίου. Το θύμα παρά τις προσπάθειες των συναδέλφων του συνέχιζε να μην έχει τις αισθήσεις του, όσο για τον θύτη, βαριανάσαινε με τα μάτια κλειστά.

Με κάποιο αποτροπιασμό παραμέρισε προς την έξοδο, εκεί όπου ήταν μαζεμένοι οι περισσότεροι από τους πελάτες..

«Γέμισε ο κόσμος παλαβούς» έλεγε κάποια. «Σίγουρα πρόκειται για τρελό» ακούστηκε ένας άλλος.

Ο κύριος Σταχτής κανονικά θα αγνοούσε εκείνους τους προπέτες μα μια φωνή μέσα του, του υπενθύμισε πως ήταν ίσως ο μοναδικός που μπορούσε να υπερασπιστεί έστω στοιχειωδώς τον δράστη. «Όχι κύριε δεν πρόκειται για τρελό, ο άνθρωπος προκλήθηκε και αντέδρασε άσχημα, περί αυτού πρόκειται» ξεστόμισε αυστηρά και δοκίμασε να απομακρυνθεί μέχρι να αποφασίσει τι θα κάνει.

«Τι θέλετε να πείτε;» τον σταμάτησε μια νεαρή υπάλληλος που έτυχε να στέκεται ακριβώς δίπλα.

«Μιλώ για τα χαζόγελα» επεχείρησε να την αποστομώσει ο κύριος Σταχτής· «Τι λόγο είχε ο συνάδελφός σας να φέρεται έτσι αλαζονικά;»

«Για όνομα του Θεού και της Παναγίας» διαμαρτυρήθηκε η υπάλληλος· «ο συνάδελφος τη δουλειά του προσπαθούσε να κάνει»

«Δεν αντιλέγω, μα βρίσκετε σωστό να χαμογελάει προκλητικά σε κάποιον που χάνει το σπίτι του;» αντέτεινε ο κύριος Σταχτής για να της δείξει πως ήταν μπροστά στο περιστατικό και είχε δει τι ακριβώς συνέβη.

«Μα τι να κάνουμε και εμείς; Νομίζετε πως είναι στο χέρι μας;» αναφώνησε εκείνη θιγμένη.

Την κοίταξε μπερδεμένος.

«Αυτή είναι η πολιτική της διοίκησης» είπε σαφώς πιο χαμηλόφωνα τώρα η υπάλληλος· «Τα μαθήματα θετικής ενέργειας είναι πλέον υποχρεωτικά για όλους όσους εργάζονται στο τμήμα δανείων και καρτών. Πώς να σας το πω για να το καταλάβετε, απαγορεύεται για οποιοδήποτε λόγο να μην χαμογελάμε εν ώρα εργασίας»

Ενόσω το πλήρωμα ενός περιπολικού που μόλις είχε καταφτάσει τους έσπρωχνε να βγουν έξω, ο κύριος Σταχτής στάθηκε και την κοίταξε περίλυπος. Αλήθεια πρέπει να έλεγε, παρά την ολοφάνερη ταραχή της, μια υπόνοια χαμόγελου υπήρχε ακόμη στο πρόσωπό της.

Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης γεννήθηκε στη Λάρισα το 1970 και σήμερα ζει στην Αθήνα. Σπούδασε κινηματογράφο. Εργάστηκε στην τηλεόραση, στη διαφήμιση και στον κινηματογράφο. Διηύθυνε την πολιτιστική έκδοση “Highlights”. Έχει γράψει τα βιβλία: “Η συνάντηση” (νουβέλα, Ίνδικτος, 2002), “Βαθύ πηγάδι” (μυθιστόρημα, Ίνδικτος, 2003), “O βαθμός δυσκολίας” (μυθιστόρημα, Ίνδικτος, 2004), “Παραβολή” (νουβέλα, Καστανιώτης, 2006), “Η εφεύρεση της σκιάς” (μυθιστόρημα, Καστανιώτης, 2008), “Τερματικός σταθμός” (θεατρικό έργο, Εξάρχεια, 2015), “Η πόλη και η σιωπή” (μυθιστόρημα, Καστανιώτης, 2013), “Το πέρασμα” (μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, 2016), και έχει λάβει μέρος σε συλλογικά, θεματικά λογοτεχνικά εγχειρήματα.




Ποιητική Συλλογή: Ο “Κούκος”

Εισαγωγικό σημείωμα: Νίκος Κατσιαούνης

Ο Κούκος (εκδ. Θράκα) αποτελεί την πρώτη ποιητική συλλογή της Πελαγίας Φυτοπούλου. Μέσα από ένα νεορομαντικό, αλλά και ρεαλιστικό, πλαίσιο τα ποιήματα της Φυτοπούλου έρχονται να διαταράξουν με άμεσο τρόπο την κανονικότητα της καθημερινής ζωής. Συνειδητό και ασυνείδητο, ρεαλισμός και φαντασία, πρόζα και αλληγορία συνυπάρχουν αρμονικά μέσα στον Κούκο. Παίζοντας με διάφορα μοτίβα ποιητικής αποτύπωσης, με έναν συνδυασμό σκληρού και παράλληλα ευαίσθητου λεξιλογίου, με (α)ναρχικά και (ά)ναρχα ποιήματα, με επιρροές από τους μπήτνικ αλλά και τον Καρούζο, η Φυτοπούλου μάς παραδίδει μια αρκετά ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή που αξίζει να διαβαστεί. Δημοσιεύουμε στη Βαβυλωνία δύο ποιήματα από τη συλλογή της και την ευχαριστούμε για την παραχώρηση.

Ε

ο κόσμος μας δεν υπάρχει
ούτε εμείς είμαστε άνθρωποι
ψάρια είμαστε
οργώνουμε ένα κομμάτι γαλάζιο
ο ουρανός μάς ταΐζει ακρωτηριασμένα πόδια
βιάζεται να μεγαλώσει
η πολιτεία ορθοπόδησε
κοκκίνισε επαίνους
σύντομα όμως θα μας ζητήσουν
τα πόδια πίσω
και η πολιτεία θα πέσει
σαν αδούλευτη αστραπή
πάνω στα γραφούμενά μας
η ποίηση θα συρθεί
σαν φίδι που δεν του δόθηκε
η δέουσα προσοχή
και τότε θα βγάλει χέρια
και τα χέρια όταν θέλουν
χτυπάνε στην καρδιά

 

ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΑΣ

ελεύθερη διακίνηση ιδεών. προσβλέπω σ’ αυτό. γράφω
γι’ αυτό. έχω μια ακρίδα στο στόμα. πηδάει από δόντι
σε δόντι. από σύμφωνο σε σύμφωνο. πάει πέρα δώθε.
κάνει τραμπάλα πάνω στα λόγια σας. προσβάλλει την
αλφαβήτα σας. είμαι η ένοπλη πάλη των αυτιστικών.
έχω μια ακρίδα στο στόμα. ομοφυλόφιλη. απ’ τη
μέση και πάνω. παίρνουμε δωρεάν εισιτήρια για
τις ταινίες του Αλμοδόβαρ. μας μυρίστηκαν οι μητριές
(μπάτσοι). καρφωτή. με ψάχνουν εξονυχιστικά. η
ακρίδα κρύβεται στη δεξιά κουφάλα. το προτελευταίο
δόντι. απ’ τη μάνα μου το ’χω σακάτικο. το μικρό μου
μνήμα. γιατί πάντα ένας τάφος μένει ανοιχτός. δε βρήκαν
τίποτα. έχουμε ξανακρύψει εβραίο. ο Τζων Γουέιν με
πλησιάζει. γελάει. και λέει στους σερίφηδες. όρνια
ε, όρνια, δε βλέπετε; είναι παιδί με ειδικές ανάγκες.
παρά ταύτα με απέλασε. τελευταίο γαλόνι για τη
σύνταξη.
οι ποιητές μάς ξεναγούν στην απαγορευμένη ζώνη.
εκεί που ο Θεός επέτρεψε μονάχα ένας να περπατήσει.
ο παραμικρός αναστεναγμός μπορεί να σε συντρίψει.
κρατούν καλαθάκια με σερβιέτες, δημητριακά και
αγκινάρες Πρεβέζης. εγώ παριστάνω το Χριστό. (κι ας
μην ξέρω το Φ.Π.Α. μιας τέτοιας επιχειρηματικής
δραστηριότητας). θέλω να βιώσω εκείνον τον πρώτο
κομμουνισμό. τον ημίγυμνο. τον πρωτόγονο. να
καμαρώσω κρεμασμένο στον ουρανό το υπαρξιακό
προβάδισμα. εγώ! είμαι μπροστά ακόμη και στη
φάση που ο γαλανομάτης αποδίδει τα του Καίσαρα.
εγώ του σήκωσα το χέρι. απολαμβάνω το παρακράτος.
το σπίτι του Γκοντό είναι μικρό.
ω, μεταμοντέρνα χαρά
γύρνα και δες τα χθεσινά.
ο σκώληξ γυρεύει συντροφιά.
τέτοια ώρα τα νεκροτομεία είναι κλειστά.
σε κάποιον έπεσε βαρύ το ανθρώπινο κρέας.
δυο χιλιάδες χρόνια σε τραγουδάω και συ
ψηφίζεις κ.κ.ε.
άλλοι πετούν αποτσίγαρα στους δρόμους
για τα πρεζόνια.
άλλοι φτιάχνουν χιονάνθρωπο από παιδικά οστά.
κι εγώ μαζεύω Τρωαδίτισσες στη βροχή.
το ποιητικό μου ζώο είναι μικρό. χωράει στην κιβωτό σας.
κάνω λάθος; τι; δε δέχεστε ακρίδες με κουσούρι;
μα, είμαι κούκος, Κύριε.
αχ, πόσο μου λείπει ο Βαραββάς.




Οι τοίχοι έχουν τη ΔΙΚΗ ΜΑΣ ιστορία… Ημερολόγιο 2017 | Γκράφιτι από Μεξικό και Ελλάδα

Ημερολόγιο αλληλεγγύης στους Ζαπατίστας 2017.
Τα έσοδα από την πώληση του θα διατεθούν στον EZLN.

Ο Ντουρίτο λέει ότι η εξέγερση δεν έχει καμιά όρεξη να σκύψει και να δει τι υπάρχει από την άλλη μεριά του τοίχου, ούτε και να περάσει από την μια μεριά στην άλλη θέλει, «εκείνο που θέλει» -λέει ο Ντουρίτο- «είναι να αδυνατίσει τον τοίχο έτσι που να καταρρεύσει, και, έτσι, να μην υπάρχει ούτε μία ούτε άλλη μεριά, ούτε πάνω ούτε κάτω. Και μιας και μιλάμε για τοίχους, ένας τοίχος χωρίς γκράφιτι είναι σαν ένας κόσμος χωρίς εξεγερμένους, δεν αξίζει δηλαδή τον κόπο»…λέει ο Ντουρίτο…

Σημεία Διακίνησης: ΠΑΓΚΑΚΙ (Γ.Ολυμπίου 17-Κουκάκι), Λακαντόνα (Ηπίτου 4-Σύνταγμα), ΣΥΝ.ΑΛΛΟΙΣ (Νηλέως 35-Θησείο), Γιουκάλι (Πλατεία Μεσολλογίου 3-Παγκράτι) και σε κεντρικά βιβλιοπωλεία.

Επικοινωνία: info@pagkaki.org, info@synallois.org, info@lacandona.gr
Τηλ.: 210.34.56.681, 213.000.99.27

unnamed-1

Το είπαν τέχνη του δρόμου. Και έριξαν δίχτυα να το αιχμαλωτίσουν, να το εξημερώσουν. Και το γκράφιτι βρέθηκε να στολίζει κατά παραγγελία όψεις καταστημάτων και επιφανείς μεσοτοιχίες, βρέθηκε σε γκαλερί και πολυτελείς εκδόσεις. Πράγμα παράξενο όμως, ατίθασες εικόνες και επιγραφές, στένσιλ και ζωγραφιστές κραυγές, συνεχίζουν το ατίθασο κρυφτό τους με όσους τις καταριούνται ως επικίνδυνη και καταστροφική αστική αρρώστια. Κρυφτό παράξενο κι αυτό. Τι σημαίνει αλήθεια το γκράφιτι να επιδιώκει να φαίνεται και μαζικά σε όλο και πιο περίοπτα σημεία σαν τα τρένα, το μετρό, τις πλατείες και τους τοίχους εγκαταλειμμένων και μη κτιρίων, πάνω σε διαφημιστικές αφίσες, παντού και ταυτόχρονα να κρύβονται με προσοχή η ίδια η διαδικασία της παραγωγής του και οι δημιουργοί του; Τι σημαίνει να θέλει να είναι ανώνυμο και ταυτόχρονα να υπογράφεται συχνά με μυστηριώδεις συνθηματικές υπογραφές, υπογραφές που δοξάζουν τολμηρούς γκραφιτάδες και ομάδες (crew) καθώς βρίσκονται οι ίδιες ή τα έργα που υπογράφουν σε σημεία που απαιτείται τόλμη και σε σημεία με πολύ ρίσκο;

Οι κυνηγημένοι, οι εξεγερμένοι, οι ανήσυχοι, εκείνοι και εκείνες που έχουν λόγους να κρίνουν τον κόσμο που ζουν, να τον εχθρεύονται, εκτοξεύουν συχνά τις γκράφιτι χειρονομίες τους στο σώμα της πόλης. Άλλοτε συνειδητά επιθετικές και κραυγαλέες, βεβηλώνοντας συχνά ιερές αναπαραστάσεις ή διαφημιστικές ευδαιμονικές εικόνες, εξαπολύοντας εξίσου συχνά τη γοητεία των επινοητικών χρωμάτων και σχημάτων εναντίον της γκρίζας αστικής καθημερινότητας…γκράφιτι συνεχίζουν να χειρονομούν εναντίον αυτού εδώ του αστικού παρόντος, να περιγελούν ή να σαρκάζουν πικρά τις αξίες του.

Δοκιμάσαμε να φέρουμε σε σύγκριση, εκρηκτική ίσως και με απρόβλεπτες συνέπειες, εικόνες γκράφιτι από δυο μεριές του κόσμου. Από το Μεξικό και την Ελλάδα. Μας φάνηκε ότι και στα δύο αυτά μέρη ανθίζει ανυπότακτη μια παραγωγή γκράφιτι που αποσταθεροποιεί ευρηματικά τις απατηλές προσδοκίες της αστικής φαντασμαγορίας που μας περιτυλίγει. Εικόνες-χειρονομίες, «βέβηλες» εγγραφές που απευθύνονται και επιδιώκουν να παροτρύνουν, να αποκαλύψουν, να διαψεύσουν, να καλλιεργήσουν την οργή, αλλά και να απελευθερώσουν όνειρα. Εικόνες-χειρονομίες που άλλοτε υπαινίσσονται ένα μήνυμα και άλλοτε το βροντοφωνάζουν. Εικόνες-χειρονομίες που ολοφάνερα γέννησαν ομάδες στρατευμένες σε ένα σκοπό ή ένα κίνημα, αλλά και εικόνες μοναχικών ίσως δημιουργών που συλλαμβάνουν συλλογικές αγωνίες.

Τίποτα ίσως από την ενεργό παρουσία των γκράφιτι στην πόλη δεν παραμένει στην αναπαράσταση τους με φωτογραφίες στο ημερολόγιο αυτό. Όμως κάτι από τη χημεία της διαβρωτικής αποσταθεροποιητικής τους επίδρασης στη φαντασία μας μπορεί να διαγνωστεί στη φευγαλέα σύγκρισή τους, στην άτακτη και απρογραμμάτιστη συμπερίληψή τους στο περιβάλλον ενός σπιτιού ή ενός χώρου δουλειάς. Ίσως μια υπόμνηση, μια αναρώτηση, ένα χαμόγελο συνενοχής να σχηματίζεται τις φορές εκείνες που το βλέμμα τις συναντάει κρεμασμένες σε ένα τοίχο οικείο. Ίσως πάλι στο πυκνό τους νόημα να βρίσκουμε τη συνόψιση μιας πράξης άρνησης, μιας πράξης αμφισβήτησης, μιας υπόσχεσης μελλοντικού αγώνα. Γιατί χρειαζόμαστε καθετί που μπορεί να παρακινήσει τη σκέψη, να δείξει με εικόνες και λόγια -αιφνιδιάζοντας κάποτε τις κοιμισμένες αισθήσεις μας- ότι ο κόσμος μας μπορεί να είναι και αλλιώς.

unnamed-2

unnamed-3

unnamed-4

unnamed-5